Hell or high water

Ήμουν φτωχός όλη μου τη ζωή.

Το ίδιο ήταν οι γονείς μου και οι γονείς τους πριν από αυτούς.

Είναι σαν μια ασθένεια που περνά από γενιά σε γενιά και σε κάνει άρρωστο.

Αυτό είναι.

Μολύνει κάθε άτομο που γνωρίζεις.

Αλλά όχι τα παιδιά μου.

Όχι πια.

Αυτό είναι δικό τους τώρα.

Αυτή είναι η τελευταία σκηνή από το “Hello or high water” που σημαίνει κάτι σε «πάση θυσία». Ο Τόμπι (Chris Pine) εξηγεί στον αστυνόμο Μάρκους (Jeff Bridges) γιατί έγιναν όσα έγιναν.

Το σύγχρονο γουέστερν του David Mackenzie περιστρέφεται γύρω από το σχέδιο που συνέλαβε ο Τόμπι και μαζί με τον πρώην κατάδικο αδελφό του εκτέλεσαν. Να ληστέψουν τόσα μικρά υποκαταστήματα της τράπεζας όσα τους χρειάζονται για να ξεχρεώσουν το ράντσο που τους κληρονόμησε η μητέρα τους και που πλέον θα πάει στα αγόρια του Τόμπι.

Το τίμημα είναι σκληρό, αλλά ο Τόμπι δεν μετανιώνει, παρά το ότι ο αστυνόμος τον προειδοποιεί ότι αυτό θα τον στοιχειώνει (όπως και εκείνον) για πάντα. Το πέρασμα των δύο αδελφών από τέσσερεις τράπεζες σε μικρές κωμοπόλεις του Τέξας θα αφήσει πίσω του τέσσερεις νεκρούς. Έναν φρουρό και έναν πελάτη της τελευταίας τράπεζας, τον βοηθό του αστυνόμου, και τον ίδιο τον Τάνερ, τον παραβατικό αδελφό του Τόμπι.

Την ουσία της περίεργης αυτής απονομής δικαιοσύνης τη συνοψίζει ο δικηγόρος που ανέλαβε να τους ξελασπώσει, καθοδηγώντας τα δύο αδέλφια για το πώς να ξεχρεώσουν την υποθήκη και να προλάβουν την κατάσχεση που ετοιμάζει η τράπεζα. Η ιδέα της τράπεζας ήταν απλή: Αφού στο ετοιμόρροπο ράντσο βρέθηκε πετρέλαιο, δάνεισαν στη μητέρα των Τόμπι και Τάνερ τόσα ώστε να κρατάνε την περιουσία υποθηκευμένη, αλλά όχι αρκετά για να μπορεί να αποδώσει κέρδη. Λίγο πριν λήξουν οι προθεσμίες και η περιουσία περάσει στα χέρια της τράπεζας, ο δικηγόρος εξηγεί τη διαδικασία που προβλέπει ξέπλυμα των κλεμμένων στο καζίνο:

Δεν υπάρχει τρόπος να εντοπίσουν κεφάλαια από καζίνο, εντάξει;

Μόλις ανοίξετε τους λογαριασμούς στην τράπεζα, δεν θίγεται η εμπιστοσύνη.

32 χιλιάδες δολάρια εξοφλούν την υποθήκη. Κι αυτοί οι μπάσταρδοι έχουν πληρώσει τους φόρους ακίνητης περιουσίας από το 2012 ως σήμερα. Αυτά είναι άλλα 11 χιλιάδες δολάρια.

Έτσι, 43 χιλιάδες δολάρια και είστε ελεύθεροι.

Και στην ερώτηση του Τάνερ γιατί τους βοηθά αφού δεν βγάζει και τίποτα από την υπόθεση απαντά:

Ξέρετε, αυτοί δανείζουν το λιγότερο που μπορούν.

Μόλις αρκετά για να κρατάνε τη μητέρα σας φτωχή αλλά με μια εγγυημένη αποπληρωμή των δόσεων για το δάνειο.

Νόμιζαν ότι θα μπορούσαν να βουτήξουν τη γη της μόνο για 25 χιλιάδες δολάρια.

Αυτό είναι τόσο αλαζονικό που κάνει τα δόντια μου να πονάνε.

Το να βλέπω εσάς να ξεπληρώνετε αυτά τα καθάρματα με τα δικά τους χρήματα; Καλά αν αυτός δεν είναι ο τρόπος του Τέξας τότε δεν ξέρω τι είναι.

Την Παρασκευή είναι να γίνει η κατάσχεση. Την Πέμπτη τα δύο αδέλφια πρέπει να παρουσιαστούν με τα 43 χιλιάρικα στην τράπεζα. Θα τα καταφέρει μόνο ο ένας. Ο άλλος, ο επί χρόνια παράνομος, θα αποχαιρετίσει τη ζωή με μια καραμπίνα στο χέρια, σε ένα λόφο στην έρημο του Τέξας σιγοτραγουδώντας το “get along, little doggies”.

Σε ένα ηλιόλουστο αλλά παρακμιακό Τέξας, η αποτυχία του αμερικανικού ονείρου και η κρίση του καπιταλισμού, γίνεται εμφανέστερη με τις πινακίδες ”In Debt?” που ξεφυτρώνουν δίπλα στους δρόμους διαφημίζοντας νέα χρηματοπιστωτικά προϊόντα – απάτη. Όπως λίγο πικρά και λίγο κυνικά, διαπιστώνει ο ινδιάνος βοηθός του αστυνόμου Μάρκους «150 χρόνια πριν, όλη αυτή η γη ανήκε στο λαό μου. Μετά, οι παππούδες των σημερινών κατοίκων μας εκδίωξαν. Και τώρα οι τράπεζες κάνουν στους σημερινούς κατοίκους ότι έκαναν οι παππούδες τους στους δικούς μας».

Η ταινία είναι από κάθε άποψη, σκηνοθεσία, θέμα, φωτογραφία, ερμηνείες, εξαιρετική.

Last modified onFriday, 06 January 2017 16:28
More in this category: « The drop (2014)
Login to post comments