Δικός σου ως το θάνατο

gs deathΑν δεν έχετε ανακαλύψει ακόμα τον Ευρωπαίο Φίλιπ Μάρλοου κι αν δεν έχετε συναντήσει ακόμα τον Σκανδιναβό Ρεήμοντ Τσάντλερ, σπεύσατε. Ο Ellroy κάποια στιγμή έγραψε πως “ο μεγάλος Ρέη (σ.σ Chandler) μου δίδαξε ότι η μίμηση αποτελεί τη χρυσή λεωφόρο προς την μετριότητα”.

Ο Gunnar Staalesen στην πρώτη πετυχημένη ιστορία του ντετέκτιβ Βαργκ Βέουμ (εκδόθηκε στη Νορβηγία το 1979) μιμείται, αλλά δεν οδηγείται στην μετριότητα. Δεν είναι βέβαια Chandler, αλλά έχει αυθεντικό ενδιαφέρον.

Ο Βαργκ Βέουμ είναι ένας κλασσικός αντιήρωας, ένας ντετέκτιβ με χαμηλή αυτοεκτίμηση και υψηλό αυτοσαρκασμό. Με θανατηφόρες ατάκες για τον εαυτό του, για τις γυναίκες του, για τη ζωή και το μέλλον του. Μένει στο βροχερό Μπέργκεν της Δυτικής Νορβηγίας και όχι στο ηλιόλουστο Λος Άντζελες, αλλά αυτό δεν τον εμποδίζει να λύνει μυστήρια.

Το “δικός σου ως το θάνατο” είναι μια κλασσικού τύπου νουάρ ιστορία. Ο απαραίτητος ντετέκτιβ με τα χαρακτηριστικά που αναφέραμε, η ωραία Βένκε, μόνη, απροστάτευτη και αιωνίως ερωτευμένη, το παιδί της που στερείται πατρικού ήρωα, και ο πρώην άντρας της, ο Γιόνας καταρχήν ανταγωνιστής του Βέουμ, εν τέλει θύμα, και άκρως συμπαθητική φιγούρα. Η ιστορία είναι ένα δριμύ κατηγορώ στην παρακμή των έγγαμων σχέσεων, στην παραδοξότητα των οικογενειακών κοινωνικών συμβάσεων, αλλά και στο ναυάγιο του σοσιαλδημοκρατικού ονείρου.

Ο Βαργκ Βέουμ είναι ένας ντετέκτιβ χαμηλού κόστους, συνήθως άνεργος, με μηδενική αυτοεκτίμηση. Όταν ένας πιτσιρίκος του ζητά να βρει το ποδήλατο που του βούτηξε μια συμμορία εφήβων, σκέφτεται:

“Συμμορίες δεκαεφτάρηδων και δεκαοχτάρηδων δεν είναι το πιο εύκολο πράγμα του κόσμου, ειδικά μάλιστα όταν νομίζουν ότι είναι και γαμώ τους άνδρες, και εσύ, τα δύο τελευταία χρόνια, τα χέρια τα έχεις μόνο για να σηκώνεις τα μπουκάλια με τη ρακή”.

Η ειρωνεία ξεχειλίζει από μέσα του κάθε στιγμή:

“Ήταν μία από εκείνες τις μέρες που όλοι κυκλοφορούν με φάτσες σαν σφιγμένες γροθιές και δεν θέλουν και πολύ για να πλακωθούν στο ξύλο. Το απόγευμα ήρθε αργά, βαριεστημένα, σαν να μην πολυγούσταρε, και το τηλέφωνό μου ήταν ακόμη βουβό. Καθόμουν και το κοίταζα. Είπα να πάρω... Είπα να πάρω τη γριά μάνα μου, και θα την έπαιρνα, αν δεν είχε κιόλας δυόμισι χρόνια που πέθανε και εκεί που ήταν με τίποτα δεν θα το σήκωνε”...

Σε μια έκρηξη υπερβολικής και πολυλογάδικης αυτοκριτικής, ο Βαργκ Βέουμ έπειτα από μια νύχτα αμαρτίας με μια μεσόκοπη άγνωστη ομολογεί:

“Δεν παραξενεύτηκα που με έδιωξε γιατί της έκανα έρωτα σαν σαραντάρης μαραθωνοδρόμος που έτρεξε χωρίς επιτυχία μέσα στη βροχή και έφτασε στο τέρμα ογδοηκοστός ή ενενηκοστός. Της έκανα έρωτα, σαν αγγελιοφόρος της αρχαιότητας, που μόλις προλαβαίνει να τρυπώσει ανάμεσα στα πόδια της και να της παραδώσει το μήνυμά του πριν πεθάνει. Της έκανα έρωτα, σαν γερασμένος ελέφαντας του τσίρκου, με αμέτρητες σεζόν και βόλτες στην αρένα στην πλάτη του. Της έκανα έρωτα με τη φλόγα μιας σμπαραλιασμένης σόμπας σ' ένα σπίτι που μένει χρόνια αδειανό. Και έχωσα το πρόσωπό μου ανάμεσα στα πόδια της για να μη με δει που έκλαιγα”.

Παρόλα αυτά, και ίσως επειδή δεν έχει τίποτα καλύτερο να κάνει, βρίσκει το ποδήλατο για λογαριασμό του μικρού Ρόαρ και πέφτει στη γοητεία της μητέρας του πιτσιρικά. Προσφάτως εγκαταλελειμμένη από τον άντρα της που εξακολουθεί παρόλα αυτά να αγαπάει.

Ο Βέουμ μπλέκεται όλο και περισσότερο με την οικογένεια. Σε μια άμισθη -ως συνήθως- αποστολή του, βρίσκεται με τον πρώην άντρα της. Αυτός του διηγείται την ιστορία του χωρισμού του από τη δική του σκοπιά. Τον πρόωρο γάμο του με τη Βένκε και τον βαθύ κι αξεπέραστο έρωτα που ένιωσε για μια άλλη γυναίκα, την Σόλβαϊ. Η ποιητική έκρηξη για τον έρωτα της ζωής του αγγίζει τον ντετέκτιβ μας, που αρχίζει πλέον να τον συμπαθεί. Την επόμενη όμως μέρα, σε μια επίσκεψη στην πρώην γυναίκα του, ο Γιόνας θα βρεθεί μαχαιρωμένος και νεκρός. Οι υποψίες φυσικά βαραίνουν την Βένκε και ο Βαργκ θα πρέπει να κινήσει γη και ουρανό για να βρει την αλήθεια.

O Staalesen διαφέρει από τον Τσάντλερ. Ως γνήσιος Ευρωπαίος και δη Σκανδιναβός δεν είναι δυνατόν να παραλείψει το κοινωνικό σχόλιο που τόσο απουσιάζει από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Βρισκόμαστε στα 1979. Στο απόγειο του δυτικοευρωπαϊκού κράτους πρόνοιας, που όμως αδυνατεί να λύσει το κοινωνικό πρόβλημα. Οι υποστηρικτές του μοντέλου αμφισβητούν την αποτελεσματικότητά του και σιγά σιγά θα υποχωρήσουν κάτω από τις αλλεπάλληλες σφοδρές επιθέσεις του νεοφιλελευθερισμού. Ο Θατσερισμός σε λίγα χρόνια θα κυριαρχήσει και το σκανδιναβικό κράτος πρόνοιας αν και θα αντισταθεί περισσότερο από αλλού, θα υποταχθεί κι αυτό στην λογική του κέρδους και της οικονομικής ανταποδοτικότητας.

Ο δικηγόρος που αναλαμβάνει την Βένκε, αν και αστός, παραδέχεται:

“Έχω δει φοβερά πράγματα, πλήθος κατεστραμμένες ζωές. Και ξέρετε σε τι οφείλεται; Δεν είμαι ο κοινωνικός επαναστάτης που θα φέρει τη θύελλα στην κοινωνία. Εγώ κάθομαι στην άκρη και παρατηρώ τη θύελλα. Οι μισές υποθέσεις που έχω αναλάβει όμως μέχρι τώρα σχετίζονται αποκλειστικά και μόνο με τις κοινωνικές συνθήκες, το ταξικό σύστημα που ακόμα και σήμερα, εποχή του κράτους πρόνοιας, εξακολουθεί να παράγει κερδισμένους και χαμένους – και στο δικαστήριο πάντα καταλήγουν οι χαμένοι. Οι κερδισμένοι έχουν πάντα λεφτά να συγκαλύψουν τα εγκλήματά τους. Γιατί -πείτε μου παρακαλώ- τι είναι οι τρεις μπύρες που κλέβει ένας φουκαράς για να ξεδιψάσει, μπροστά στα εκατομμύρια που σπρώχνει κάθε χρόνο ένας εφοπλιστής κάτω από το τραπέζι;”

Λίγα χρόνια πριν ο Manchette αποφανθεί ότι το αστυνομικό μυθιστόρημα συνιστά βίαιη κοινωνική παρέμβαση, ο Staalesen, πρωτοπόρος του νορβηγικού νουάρ, παρεμβάλει τόνους αυστηρής κοινωνικής κριτικής. Δεν είναι επαναστάτης όπως οι Γάλλοι συνάδελφοί του, είναι σοσιαλδημοκράτης. Και μάλιστα προδομένος. Ο ίδιος ο Βαργκ Βέουμ πριν γίνει ντετέκτιβ υπήρξε κοινωνικός λειτουργός.

Ο Staalesen πέρα από την κοινωνική αδικία κριτικάρει τις κοινωνικές συμβάσεις. Στην ιστορία μας στόχος είναι ο γάμος. Πλήθος δυστυχισμένων ζευγαριών, μιζεριασμένων έγγαμων βίων. Ο ήρωάς μας όταν βλέπει έναν γάμο σκέφτεται:

“Φεύγοντας από κει σκέφτηκα όλους τους γάμους που είχα πάει, όλες τις τελετές. Σκέφτηκα όλους τους πανηγυρικούς που είχα ακούσει, όλους τους χαρούμενους καλεσμένους με τους οποίους μοιράστηκα το τραπέζι και το χρόνο μου, όλα τα ευτυχισμένα νιόπαντρα ζευγάρια που είχα δει. Στο γλέντι του γάμου δεν σκέφτεσαι τις καθημερινές που θα έρθουν. Γελάς, τσουγκρίζεις το ποτήρι σου και δεν σκέφτεσαι τα δάκρυα, τη μοναξιά, τη ζήλια. Βλέπεις τους νιόπαντρους και τους φαντάζεσαι να περνούν όλη τους τη ζωή και το γάμο τους χορεύοντας με την ίδια ξενοιασιά που χορεύουν στην αίθουσα τον πρώτο τους χορό. Δεν τους φαντάζεσαι στον δικηγόρο, να κάθεται ο καθένας στην καρέκλα του με το πρόσωπο στραμμένο ίσια μπροστά και να προσπαθεί όσο μπορεί να αποφύγει τον άλλο. Ή ξαπλωμένους στο ίδιο κρεβάτι, ύστερα από σαράντα χρόνια, με την πλάτη γυρισμένη ο ένας στον άλλο και όσο γίνεται πιο μακριά, χωρίς να έχουν τίποτα να πουν ή να κάνουν. Ύστερα από σαράντα χρόνια γκρίζα, μονότονη καθημερινότητα, χωρίς λιακάδες, χωρίς Κυριακές. Και έρχονται κι άλλα ζευγάρια για την κρεμάλα, κι άλλα, κι άλλα”...

Στην ιστορία μας ο έρωτας αν κάπου είναι κρυμμένος, είναι εκτός γάμου. Σε παράνομες σχέσεις παντρεμένων. Που συνήθως μάλιστα δεν βρίσκουν ανταπόκριση. Μια γυναίκα, μητέρα του δεκαεφτάχρονου Τζόκερ θύμα του νεανικού συμμοριτισμού και των προβληματικών κρατικών κοινωνικών δομών, στο τέλος της ιστορίας το λέει καθαρά:

“Παράξενο πράγμα η αγάπη, ε Βέουμ; Πολύ σπάνια αγαπάς αυτόν που σε ...αγαπάει, πολύ σπάνια... Κούνησα το κεφάλι. Είχε δίκιο. Αν μου είχαν διδάξει κάτι οι τελευταίες μέρες, αυτό ήταν. Ότι η αγάπη δεν ξέρει σημάδι, ότι ποτέ δεν βρίσκει και τους δύο ταυτόχρονα, παρά μόνο τον ένα”.

Το χρονικά πρώτο αστυνομικό μυθιστόρημα του Staalesen με ήρωα τον Βαργκ Βέουμ ανήκει στα απαραίτητα νουάρ αναγνώσματα. Πρώτον επειδή είναι μια πρώιμη ενδιαφέρουσα άσκηση της μεγάλης σκανδιναβικής σχολής. Δεύτερον επειδή η μίμηση του Τσάντλερ, από τον τίτλο, μέχρι την γραφή και την πλοκή, είναι πετυχημένη. Και τρίτον για την ίδια την ιστορία.

Login to post comments