Χωρίσαμε τη noir λογοτεχνία σε κάποιες βασικές κατηγορίες: Πρώτοι οι γεννήτορες του αστυνομικού μυθιστορήματος, τόσο χρονολογικά, όσο και υφολογικά: Από τον Conan Doyle μέχρι την Agatha Christie.

Μετά οι κλασικοί του είδους: Hammett, Chandler, Thompson, Macdonald και άλλοι. σημαντικός "κλάδος" του noir είναι το πολιτικό - κατασκοπευτικό μυθιστόρημα (Green, Ambler, Le Carre). Ακολουθούν οι Γάλλοι του neopolar με βασικό εκπρόσωπο τον Manchette.

Και τέλος, οι σύγχρονοι Αμερικανοί, Σκανδιναβοί, Αγγλοσάξωνες, Ανατολικοευρωπαίοι, Μεσόγειοι και λοιπές φυλές του κόσμου του noir. Η κατάταξη είναι αυθαίρετη, αφορά κυρίως γεωγραφικά κριτήρια, αλλά είναι ένας τρόπος να ταξιδέψει κανείς στο μαύρο μυθιστόρημα.

Items filtered by date: January 2015

Εκείνη τη μέρα

O Dennis Lehane γράφει ένα μεγάλο μυθιστόρημα για αυτά που διαμόρφωσαν τη σύγχρονη Αμερική. Το σιδερένιο χέρι του νόμου και της τάξης, την πάταξη των μπολσεβίκων και των αναρχικών, τους μετανάστες από τη γηραιά Ήπειρο, τη φυλετική καταπίεση, το αμερικανικό όνειρο. Πλέκει αυτές τις πολλαπλές αναφορές γύρω από ένα σημαδιακό γεγονός: Την απεργία της Αστυνομίας της Βοστώνης το 1919.

Ο ίδιος ο Lehane μιλώντας για την απεργία αναφέρει: «Η απεργία άλλαξε τα πάντα. Είχε μεγάλη επίδραση στο εργατικό και συνδικαλιστικό κίνημα, έδωσε αφορμές για την Ποτοαπαγόρευση και ο Calvin Coolidge (κυβερνήτης της Μασαχουσέτης) αναδείχθηκε σε εθνικό ήρωα υποσχόμενος να τσακίσει τα συνδικάτα. Όλα αυτά συνδέονται με το τι γίνεται σήμερα».

Ο Dennis Lehane γράφει για τη Βοστώνη του ‘20 όπως ο George Pelecanos γράφει για την Ουάσινγκτον του ’60 και ο James Ellroy για το Λος Άντζελες του ‘40. Περισσεύει η αγάπη και η νοσταλγία για μια εποχή που κινείται στα δυσδιάκριτα όρια μύθου και ιστορίας.

Είμαστε στον πρώτο χρόνο μετά τη λήξη του Πολέμου. Οι βετεράνοι επιστρέφουν και οι λαϊκές συνοικίες της Βοστόνης βουλιάζουν στη φτώχεια, τις αρρώστιες και την ανέχεια. Ο αστυφύλακας Ντάνι Κόφλιν, γιος του αστυνόμου Τόμας Κόφλιν, ισχυρού παράγοντα της ιρλανδικής κοινωνίας, είναι ένα ανερχόμενο αστέρι. Οργανώνεται στη συνδικαλιστική ομάδα των αστυνομικών που αναζητά συνδικαλιστική έκφραση. Αν και οπαδός του δόγματος “to serve and protect” δεν μπορεί να αποφύγει τη δικαιολογημένη διαμαρτυρία των (κατά πλειοψηφία) Ιρλανδών μπάτσων για τους μισθούς πείνας και τις απαράδεκτες συνθήκες υγιεινής και εργασίας.

«Είκοσι εννιά σεντς την ώρα για εβδομήντα τρεις ώρες εργασίας την εβδομάδα. Χωρίς δικαίωμα για υπερωρίες. Και αυτό ίσχυε για τους αστυφύλακες που περιπολούσαν τη μέρα, όπως ο Ντάνι και ο Στιβ Κόιλ, που είχαν την προνομιακή βάρδια. Οι καημένοι οι νυχτερινοί πληρώνονταν είκοσι πέντε σεντς την ώρα και δούλευαν ογδόντα τρεις ώρες την εβδομάδα. Ο Ντάνι θα το έβρισκε εξοργιστικό αν δεν ήταν μέρος μιας αλήθειας που την είχε αποδεχτεί από τη μέρα που περπάτησε: το σύστημα γαμούσε τον εργαζόμενο. Η μόνη ρεαλιστική απόφαση που έπρεπε να πάρει κάθε άνρωπος ήταν αν θα πήγαινε κόντρα στο σύστημα και θα πεινούσε, ή θα έπαιζε μαζί του με όσο σθένος χρειαζόταν ώστε καμιά από τις ανισότητες να μην ισχύει για εκείνον».

Ο Λούθερ Λόρενς αγαπά το μπέιζμπολ. Μετακομίζει μαζί με την κοπέλα του στην Τάλσα της Οκλαχόμα. Εκεί, το πετρέλαιο εξασφαλίζει καλούς μισθούς, άνετο σπίτι και αυτοκίνητο. Ακόμα και για τη μαύρη κοινότητα. Ο Λούθερ δουλεύει σε ξενοδοχείο και ταυτόχρονα κάνει θελήματα για έναν μπούκερ. Οι περιστάσεις θα το φέρουν έτσι ώστε να δολοφονήσει τον ντόπιο γκάνγκστερ και να βρεθεί κυνηγημένος. Παρατά την έγκυο γυναίκα του και καταφεύγει στη Βοστώνη. Πιάνει δουλειά στο σπίτι του πατέρα του Ντάνι Κόφλιν, ενώ ταυτόχρονα δουλεύει για έναν επιφανή μαύρο της NAACP.

Ο Ντάνι για να εξασφαλίσει το σήμα του αστυνόμου αποφασίζει να δουλέψει μυστικός στις ανατρεπτικές οργανώσεις των αναρχικών και των μπολσεβίκων. Κι όσο κι αν το προσπαθεί δεν μπορεί να μην συμφωνήσει μαζί τους. Μεθυσμένος μια μέρα, στο εξομολογητήριο της καθολικής εκκλησίας παραδέχεται:

«Υπάρχει ένα τεράστιο βαρέλι γεμάτο σκατά. Με καταλαβαίνεις; Και μέσα στο βαρέλι … δεν ζει η άρχουσα τάξη και οι έχοντες. Σωστά; Εκεί μέσα πετάνε όλες τις γαμημένες συνέπειες που δεν θέλουν να σκέφτονται... Και η ιδέα είναι ότι πρέπει να παίζουμε το παιχνίδι τους και να εξαφανιζόμαστε όταν τελειώνουν με εμάς. Να δεχόμαστε αυτά που μας δίνουν, να τα τρώμε, να τα χειροκροτούμε και να λέμε “μμμ, κι άλλο παρακαλώ”… Εκατομμύρια σκοτώθηκαν στη Γαλλία και στη Γερμανία χωρίς λόγο και τώρα προσπαθούν να μας πουλήσουν και άλλες τέτοιες μαλακίες κι εγώ πάτερ, πρέπει να σου πω, δεν αντέχω άλλο».

Βήμα το βήμα, οι αστυφύλακες της Βοστόνης οδηγούνται σε σύγκρουση με τον Αρχηγό τους και τις Αρχές. Και ο Ντάνι πρωτοστατεί σε αυτή τη σύγκρουση. Η απεργία των αστυνομικών, φως φανάρι, θα πυροδοτήσει ταραχές και λεηλασίες. Τα παντός είδους ανατρεπτικά στοιχεία, από τους ηπιότερους κομμουνιστές μέχρι τους πολεμοχαρείς βομβιστές θα θελήσουν να την εκμεταλλευτούν. Και οι ταραχές δεν θα αφορούν μια καθαρή σύγκρουση ανάμεσα στο λαό και στο κράτος.

Για τον Ντάνι είναι καθαρό: «Οι φτωχοί πολεμούσαν εναντίον των φτωχών. Όπως έκαναν πάντα. Όπως τους προέτρεπαν να κάνουν».

Από τη συγκεκριμένη απεργία, υπάρχουν οι σίγουροι ωφελημένοι: «Οι μεγάλες επιχειρήσεις θα κερδίσουν. Θα χρησιμοποιήσουν την απεργία σαν μοχλό για να γαμήσουν τους οργανωμένους εργάτες, τους Ιρλανδούς, τους δημοκράτες, να γαμήσουν οποιονδήποτε σκεφτεί έστω να ζητήσει ένα δίκαιο μεροκάματο σε αυτή τη χώρα. Αν τους αφήσεις να κάνουν αυτό που θα κάνουν, θα στείλεις την εργατική τάξη τριάντα χρόνια πίσω».

Η σύγκρουση είναι αναπόφευκτη. Με την προκλητική τακτική του Αρχηγού της Αστυνομίας, η Αστυνομία της Βοστόνης κατεβαίνει σε απεργία. Οι ταραχές ξεκινούν και η Βοστόνη, η όμορφη Βοστόνη, η «Αθήνα της Αμερικής» καίγεται. Η κατακραυγή για τις λεηλασίες θα είναι το απαραίτητο υπόστρωμα για την αιματηρή κατασταλτική επέμβαση της εθνοφυλακής.

Ο Dennis Lehane γράφει ένα μεγάλο μυθιστόρημα για την αγαπημένη του πόλη, με το δεύτερο βιβλίο της σειράς έχει ήδη εκδοθεί (Live by Night). Δεν είναι ακριβώς αστυνομικό μυθιστόρημα μια και η πλοκή δεν αφορά το μικροεπίπεδο ενός εγκλήματος. Περισσότερο πρόκειται για πολιτικό – ιστορικό με έντονο το νουάρ στοιχείο. Στα χνάρια του Pelecanos, με σημαντικά βιβλία και εξαιρετικά σενάρια, ο Lehane ξετυλίγει τους όρους συγκρότησης της σύγχρονης Αμερικανικής κοινωνίας με τρόπο καθηλωτικό.

Read more...

The drop (2014)

Drop bars είναι τα μέρη που η μαφία μαζεύει τις εισπράξεις της. Είναι σημεία συγκέντρωσης μαύρου χρήματος. Ένα τέτοιο μέρος είναι το μπαρ του Μαρβ (ο James Gandolfini στην τελευταία ταινία της ζωής του) και μπάρμαν είναι ο ξάδελφός του Μπομπ (Tom Hardy). Ο Μπομπ είναι αθόρυβος και συνετός. Όπως λέει για αυτόν ο Μαρβ «ξόδεψε τη ζωή του περιμένοντας να ξεκινήσει να ζει».

Ο Μπομπ μαζεύει ένα κακοποιημένο κουτάβι από την αυλή της Νάντια. Δειλά και φοβισμένα αναπτύσσεται μια σχέση ανάμεσά τους. Ο Μαρβ θα στήσει μια ληστεία στο μπαρ έχοντας στο μυαλό του να στήσει μια επόμενη ληστεία όπου θα μαζέψει τις εισπράξεις της μαφίας. Ο Μπομπ δεν ξέρει τίποτα. Ασχολείται με το σκύλο του και με τη δουλειά του. Τίποτα ωστόσο δεν είναι όπως φαίνεται.

Πριν είκοσι χρόνια ένας νεαρός εξαφανίστηκε μυστηριωδώς. Στην πιάτσα κυκλοφορεί ότι τον σκότωσε ο Έρικ, ένας ψυχοπαθής νταής. Ο Έρικ –τυχαία- είναι ο πρώην της Νάντια και ο ιδιοκτήτης του δαρμένου σκύλου. Για να αφήσει το σκύλο στον Μπομπ, ζητά δέκα χιλιάρικα.

Ο Μπομπ κάθε Κυριακή πηγαίνει στην εκκλησία. Στην εκκλησία πάει και ο ντετέκτιβ Τόρες. Τον γνωρίζει φατσικά. Έχει όμως παρατηρήσει ότι ο Μπομπ δεν κοινωνεί ποτέ. Ο Τόρες υποπτεύεται διάφορα γύρω από το μπαρ του Μαρβ, αλλά δεν μπορεί να συνδέσει τα κομμάτια.

Η πρώτη ληστεία, η δοκιμή, θα πάει στραβά. Η μαφία βρίσκει τον ένα ληστή και ο Μαρβ βρίσκει τον άλλο. Αν μιλούσε ο Μαρβ θα ήταν νεκρός. Για τη δεύτερη ληστεία επιστρατεύεται ο Έρικ. Όμως επειδή τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται, τίποτα δεν πάει όπως αναμένεται.

Η ταινία βασίζεται σε διήγημα του Dennis Lehane. Ο Lehane έχει γράψει επίσης τα σενάρια για τις ταινίες Mystic River και Gone baby gone, ενώ έχει συμμετάσχει στα σενάρια του The Wire μαζί με τον Pelecanos, τον οποίο και θυμίζει έντονα. Ήσυχοι και καθημερινοί ήρωες που στην κρίσιμη στιγμή βγάζουν τον βαθύτερό τους εαυτό.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση τα μυστικά της συγκεκριμένης γειτονιάς του Brooklynεξακολουθούν να στοιχειώνουν τους πρωταγωνιστές. Ο Μαρβ φέρει βαρέως ότι έχασε την ιδιοκτησία του μπαρ από τους μαφιόζους, ο Μπομπ προσπαθεί να θάψει το αμαρτωλό παρελθόν του, και κάπου στο βάθος υπάρχει ο νεαρός που εξαφανίστηκε πριν είκοσι χρόνια.

Η «Συγκάλυψη» (όπως είναι ο ελληνικός τίτλος) είναι μια noir ταινία, σαφώς πάνω του μέσου όρου, αργεί να ξετυλίξει τις αρετές της, αλλά αφήνει στο τέλος την πικρή και ταυτόχρονα γλυκιά αίσθηση της ζωής που ακροβατεί ανάμεσα στο καλό και στο κακό. Νικητής δεν υπάρχει, γιατί όπως κάθε noir που σέβεται τον εαυτό του τα όρια είναι δυσδιάκριτα και το ερωτηματικό θα μας συνοδεύει μέχρι την τελευταία σεκάνς, όταν και η Νάντια, έχοντας πλέον γνωρίσει όλες τις πλευρές του Μπομπ μας αφήνει μετέωρους για την τελική της επιλογή.

Read more...
Subscribe to this RSS feed