Χωρίσαμε τη noir λογοτεχνία σε κάποιες βασικές κατηγορίες: Πρώτοι οι γεννήτορες του αστυνομικού μυθιστορήματος, τόσο χρονολογικά, όσο και υφολογικά: Από τον Conan Doyle μέχρι την Agatha Christie.

Μετά οι κλασικοί του είδους: Hammett, Chandler, Thompson, Macdonald και άλλοι. σημαντικός "κλάδος" του noir είναι το πολιτικό - κατασκοπευτικό μυθιστόρημα (Green, Ambler, Le Carre). Ακολουθούν οι Γάλλοι του neopolar με βασικό εκπρόσωπο τον Manchette.

Και τέλος, οι σύγχρονοι Αμερικανοί, Σκανδιναβοί, Αγγλοσάξωνες, Ανατολικοευρωπαίοι, Μεσόγειοι και λοιπές φυλές του κόσμου του noir. Η κατάταξη είναι αυθαίρετη, αφορά κυρίως γεωγραφικά κριτήρια, αλλά είναι ένας τρόπος να ταξιδέψει κανείς στο μαύρο μυθιστόρημα.

Δίλημμα Δικαίου

Δίλημμα δικαίουΜια ιστορία γουέστερν σε υπόκρουση Ένιο Μορικόνε, που είναι ταυτόχρονα μια έξοχη αφήγηση του κοινωνικού περιθωρίου, του ανίκητου ρατσισμού και του αδιέξοδου έρωτα. Αν και ο Pelecanos δεν γράφει κλασσικές αστυνομικές ιστορίες, αυτή εδώ αποτελεί εξαίρεση. Ο Pelecanos στο Δίλημμα Δικαίου (Right as Rain) προσφέρει πλοκή, ατμόσφαιρα, ένταση, και κορύφωση στον κλασσικό νουάρ τόνο. Στο γνωστό μελαγχολικό, νοσταλγικό, σκοτεινό και ταυτόχρονα γλυκό ύφος που γράφει για την Ουάσινγκτον.

Ο Ντέρεκ Στρέιντζ είναι ο έγχρωμος νεαρός αστυνομικός που γνωρίσαμε στη Φλεγόμενη Πόλη (Hard Revolution), τις παραμονές της έκρηξης του 1968 που ακολούθησε την δολοφονία του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και χαράκωσε για πάντα την πρωτεύουσα. Τότε άκουγε Ότις Ρέντινγκ, πίστευε στη δικαιοσύνη και στην ισότητα. Σήμερα έχει μεγαλώσει, έχουν περάσει τριάντα χρόνια, έχει φύγει από το αστυνομικό σώμα, έχει ελάχιστες ψευδαισθήσεις, διαθέτει δική του εταιρεία ιδιωτικών ερευνών και ακούει σάουντρακ από ταινίες γουέστερν.

“Η κασετίνα Ένιο Μορικόνε: μια χούφτα μουσική για τον κινηματογράφο, ήταν ακουμπισμένη στο γραφείο του. Έβγαλε το πρώτο δισκάκι από την κασετίνα και το φόρτωσε στο σκληρό του υπολογιστή του. Οι πρώτες νότες από το Per Qualche Dollaro in Piu αρμένισαν στο χώρο. Ανέβασε μια τρίχα την ένταση στα ηχεία Γιαμάχα, κάθισε αναπαυτικά στην πολυθρόνα του με τα χέρια διπλωμένα στο στομάχι, έκλεισε τα μάτια του και χαμογέλασε. Ο Στρέιντζ αγαπούσε τα γουέστερν. Του άρεσαν από παιδί”.

Ο πενηντάχρονος Στρέιντζ είναι ένας σεβαστός επιχειρηματίας, γνωστός σε πολλά στέκια της Ουάσινγκτον, διατηρεί ελεύθερη σχέση με την διευθύντρια του γραφείο του, την Τζανίν και αρχίζει να τρέφει πατρικά αισθήματα για τον έφηβο γιό της. Η μητέρα του είναι σε κέντρο φροντίδας ηλικιωμένων, ανήμπορη και ετοιμοθάνατη. Καταφεύγει συχνά σε εφήμερες σχέσεις της μιας νύχτας, ή ακόμα και σε πληρωμένο έρωτα για να “βυθιστεί στη γλυκιά ζεστασιά μιας γυναίκας”.

Η Λιόνα Γουίλσον έχει χάσει τον γιό της, αστυνομικό Κρις Γουίλσον όταν πυροβολήθηκε από συνάδελφό του. Έπαιξε ρόλο το γεγονός ότι ήταν μαύρος, εκτός υπηρεσίας, και απειλούσε με περίστροφο έναν πεσμένο στο έδαφος λευκό. Έπαιξε ρόλο ότι ήταν εκτός εαυτού, με δολοφονικό βλέμμα απέναντι στους δύο αστυνομικούς που του ζήτησαν να πετάξει το όπλο του. Ο αστυνομικός που σκότωσε τον μαύρο συνάδελφό του είναι ο Τέρι Κουίν. Η Λιόνα ζητά έρευνα για τον Κουίν, δικαίωση για τον σκοτωμένο της γιο, και ο Στρέιντζ αρχίζει το ψάξιμο.

Προσεγγίζει ευθέως τον Κουίν. Ανακαλύπτει ότι και ο λευκός καθολικός, απόγονος Ιρλανδών, βέρος πρωτευουσιάνος με έντονη προφορά του Νότου, αγαπά τις ιστορίες γουέστερν. Μαζί, προσπαθούν να ανασυστήσουν το σκηνικό της άτυχης δολοφονίας και να ψάξουν καλύτερα ότι έγινε. Μαζί ανακαλύπτουν ταυτόχρονα κομμάτια από τον κρυμμένο τους εαυτό. Ο Τέρι κατανοεί τον εκρηκτικό χαρακτήρα του αλλά και τις προκαταλήψεις του, που είναι βαθιές αν και δύσκολα τις παραδέχεται. Ο Ντέρεκ εκτιμά περισσότερο αυτά που ήδη έχει, γιατί “τα διαμάντια μπορεί να τα ψάχνεις σε όλο τον κόσμο, αλλά τελικά να είναι στην αυλή σου”.

Ανακαλύπτουν μια σύνδεση με τον μεγαλέμπορο διακίνησης ναρκωτικών στην Ουάσινγκτον, καθώς και με δύο λευκούς επαρχιώτες που τον προμηθεύουν με πακέτα κολομβιανής ηρωίνης. Ο Ερλ και ο Ρέι Μπουν ζουν σε ένα απομονωμένο μέρος έξω από την πρωτεύουσα, δεν θέλουν πάρε δώσε με τους έγχρωμους, ακούνε Τζόνι Κας κι έχουν στήσει ένα ιδιωτικό σαλούν.

“Ο Ερλ πήρε παραμάσχαλα έναν μικρό ψύκτη με έξι μπύρες και κοίταξε ένα γύρο το μπαρ και τον χώρο με τα τυχερά παιχνίδια πριν κλείσει τα φώτα. Ήταν πραγματικά περήφανος για αυτό που είχαν καταφέρει εδώ, αυτός και το αγόρι του. Ο τρόπος που το σχεδίασαν το έκανε να μοιάζει με εκείνα τα παλιά σαλούν. Σαν κι αυτά που είχαν οι πόλεις, δυτικά”.

Ο Pelecanos στήνει ένα αριστοτεχνικό σκηνικό αναμέτρησης. Όπως παλιά στην Άγρια Δύση. Μόνο που πρόκειται για την πρωτεύουσα των ΗΠΑ και τον σκοτεινό κόσμο της πρέζας.

Ειρωνεύεται σκληρά την αποδοχή της διαφορετικότητας που τόσο διαφημίζει η λευκή μεσαία τάξη. Ο Τέρι Κουίν ερωτεύεται την έγχρωμη Χουάνα και της εξομολογείται:

“Πολλοί από αυτούς που έμεναν στον ίδιο δρόμο με μένα είχαν αυτοκόλλητα στα αυτοκίνητά τους “Διδάξτε την ειρήνη”, “Γιορτάστε τη διαφορετικότητα” και τέτοια. Έβλεπα τα μικρά τους κορίτσια να τριγυρίζουν με μαύρες κούκλες – μωρά στα ψεύτικα καροτσάκια τους. Στα γενέθλιά τους όμως δεν έβλεπες ούτε ένα μαύρο παιδί στα πάρτι αυτών των λευκών κοριτσιών. Κανένα από αυτά τα παιδιά από τα “διαμερίσματα” λίγο πιο κάτω. Αυτοί οι άνθρωποι πραγματικά πίστευαν ότι το να βάλεις ένα αυτοκόλλητο στο Βόλβο σου ώστε να το βλέπουν οι γείτονες, και μια μαύρη κούκλα στα χέρια του λευκού παιδιού σου, είναι όλα όσα πρέπει να κάνεις”.

Παρόλα αυτά ο Κουίν δεν αντέχει να τα βγάλει πέρα με έναν κόσμο όπου ο ρατσισμός είναι ριζωμένος βαθιά, θεμελιωμένος από τις ίδιες τις κοινωνικές δομές. Ο Στρέιντζ του το λέει στα μούτρα, όταν μιλά για το περιστατικό του πυροβολισμού:

“Δεν ακούγατε. Είδατε έναν μαύρο με όπλο, άρα έναν εγκληματία, και πήρατε την απόφασή σας. Ναι, υπήρχε φασαρία και σύγχυση και φώτα, τα ξέρω όλα αυτά. Όμως θα τον είχες μήπως ακούσει αν ήταν λευκός; Θα είχες τραβήξει τη σκανδάλη αν ο Γουίλσον ήταν λευκός; Δεν νομίζω Τέρι. Προσπέρασε όλες τις επιπλέον μαλακίες και θα πρέπει να το παραδεχτείς φίλε: σκότωσες κάποιον επειδή ήταν μαύρος”.

Σε μια άλλη συζήτησή τους ο Στρέιντζ κάνει ευθύ πολιτικό σχόλιο με αφορμή τη μοίρα των μαύρων παιδιών: “Δύο πράγματα θα έκανα: πρώτον θα νομιμοποιούσα τα ναρκωτικά. ...Να απαγορέψω όλα τα πιστόλια, παντού στη χώρα”. Και προχωρά παρακάτω: “Θέλω να πω ότι αφορά τα χρήματα. Έχουμε δύο ξεχωριστές κοινωνίες σ' αυτήν εδώ τη χώρα και το χάσμα μεταξύ εκείνων που έχουν κι εκείνων που δεν έχουν γίνεται μεγαλύτερο μέρα τη μέρα”. Ποιοι νοιάζονται; “Υπάρχουν μέντορες, κοινοτικοί ακτιβιστές, εκκλησιαστικές ομάδες εκεί έξω, που προσπαθούν φίλε, πίστεψέ με. Αλλά δεν αρκεί”.

Ο Pelecanos μιλά για τον κόσμο της ηρωίνης αναφερόμενος σε ένα πρεζάκι: “Η ζωή του ήταν κυρίως διαστήματα χρόνου μεταξύ των δόσεων που τον έφτιαχναν, και αναμονής, που μερικές φορές ήξερε, μα δεν τον ένοιαζε, πως ήταν αναμονή για τον θάνατο”. Στον Σκουπιδότοπο, το μέρος που ο έμπορος ναρκωτικών πουλά την πραμάτεια του βρίσκεται το κλειδί του μυστηρίου για τον άτυχο θάνατο του Κρις. Και το τέλος θα έρθει με μια μονομαχία σαν να είναι βγαλμένη από ταινία του Σέρτζιο Λεόνε.

Το Δίλημμα Δικαίου είναι ένα εξαιρετικό βιβλίο από κάθε άποψη. Τυγχάνει να είναι εξαιρετικό αστυνομικό. Είναι δύσκολο να ξεχωρίσεις τα έργα του Pelecanos. Ετούτο εδώ είναι όμως ξεχωριστό. Βαθιά ανατομία χωρίς διδακτισμούς και περιττές ηθικολογίες, άφταστη περιγραφή της καθημερινότητας, μουσικό γράψιμο και πλοκή που κορυφώνεται σελίδα τη σελίδα. Μέσα στα καλύτερα των καλύτερων.

Login to post comments