Η νεκροφόρα με τις ρίγες

rm zebraΟ Ross Macdonald κλείνει τον κύκλο των μεγάλων κλασσικών του noir μυθιστορήματος, πίσω από τον Hammett και τον Chandler. Πίσω, αλλά όχι σε μεγάλη απόσταση. Βασικός κληρονόμος και συνεχιστής του αμερικάνικου μεταπολεμικού hardboiled, δημιούργησε τον μοναδικό Λιου Άρτσερ, έναν κουλ, σκληρό και όμορφο ντετέκτιβ που βαδίζει άξια στα χνάρια του Φίλιπ Μάρλοου. Ο Macdonald γράφει καλά, δίνει βάρος στην πλοκή, βαθαίνει στους χαρακτήρες.

Στη νεκροφόρα με τις ρίγες ο Macdonald στήνει μια μαεστρική ιστορία αστυνομικού μυστηρίου. Περιστρέφεται στην ευρύτερη περιοχή της Καλιφόρνια, από τη Σάντα Τερέζα (στην πραγματικότητα Σάντα Μπάρμπαρα) μέχρι το Σαν Φρανσίσκο και από το Λος Άντζελες μέχρι τη λίμνη Τάχο και τη συνοριακή γραμμή με την πολιτεία της Νεβάδα. Ο Macdonald είναι ένας εμμονικός περιηγητής της ηλιόλουστης Καλιφόρνια.

Ο Άρτσερ προσλαμβάνεται από τον πλούσιο και ιδιόρρυθμο συνταγματάρχη Μπλάκγουελ για να ερευνήσει το παρελθόν του Μπερκ Ντέιμις. Είναι ένας νεαρός ζωγράφος, εραστής της Χάριετ, μοναχοκόρης του συνταγματάρχη. Η νυν σύζυγος του Μπλάκγουελ και μητριά της Χάριετ η Ίζομπελ προσπαθεί να συγκρατεί τον εκρηκτικό χαρακτήρα του άντρα της. Ο συνταγματάρχης μισεί τον ζωγράφο και επίδοξο γαμπρό του, η κόρη του μισεί τον πατέρα της. Θέλει την ανεξαρτησία της και μια κληρονομιά που θα πάρει από μια θεία της σε ένα εξάμηνο, είναι το διαβατήριό της για αυτή. Αρκεί να αντέξει τον παρανοϊκό -όπως νομίζει πατέρα της- και ο Ντέιμις να την αγαπήσει όσο κι αυτή τον αγαπά. Γιατί αν και πλούσια κληρονόμος, η Χάριετ είναι βαθιά ανασφαλής: ψηλή, ασχημούλα, ατσούμπαλη.

Γρήγορα ο Άρτσερ καταλήγει στο Μεξικό όπου γνωρίστηκε το ζευγάρι. Ψάχνει το παρελθόν του τυχοδιώκτη ζωγράφου και ανακαλύπτει ότι είναι καταζητούμενος για το φόνο της γυναίκας του, Ντόλυ. Επιστρέφοντας στο Λ.Α. έρχεται αντιμέτωπος με έναν ακόμα φόνο, του Ραλφ Σίμπσον. Όλα δείχνουν ότι ο διπρόσωπος Ντέιμις που το πραγματικό του όνομα είναι Μπρους Κάμπιον, αφού στραγγάλισε τη γυναίκα του, δολοφόνησε και τον Σίμπσον που έψαχνε τον φόνο. Στο ανθρωποκυνηγητό που ακολουθεί, από τους κύκλους των τζογαδόρων της λίμνης Τάχο μέχρι το Λος Άντζελες, και με τη βοήθεια της Αστυνομίας και ενός γραφείου ντετέκτιβ της Νεβάδα, ο Αρτσερ συλλαμβάνει τελικά τον Ντέιμις/Κάμπιον. Μόνο που δεν έχει στα χέρια του τον δολοφόνο, όπως αρχικά πίστευε, και όπως θέλουν όλοι να πιστεύουν.

Ο Μπλάκγουελ απολύει τον Άρτσερ λόγω απείθειας και αναιδών προς το πρόσωπό του υπαινιγμών. Ο Λιού είναι από εκείνους τους ντετέκτιβ που ως συνήθως δεν κρατούν τη γνώμη τους για τον εαυτό τους. Προσλαμβάνεται παρόλα αυτά από τη σύζυγο του συνταγματάρχη, την όμορφη και μυστηριώδη χήρα του εξαδέλφου του Μπλάκγουελ, Ίζομπελ.

Οι ύποπτοι διαδοχικά αλλάζουν, μέσα από μια σειρά ευφυών ανατροπών και νέων στοιχείων. Πλέον οι φόνοι υπό διαλεύκανση είναι τέσσερις. Σε αυτούς του Σίμπσον και της Ντόλυ, προστίθεται ο πρώην άντρας της Ίζομπελ και ξάδελφος του συνταγματάρχη, αλλά και η ίδια η Χάριετ που είναι εξαφανισμένη και ίσως βυθισμένη στα παγωμένα νερά της λίμνης Τάχο.

Τα στοιχεία και οι υποψίες δείχνουν διαδοχικά τρεις από τους πρωταγωνιστές του δράματος. Ισχυρές ανατροπές, ένα παρελθόν που στοιχειώνει, μια καταπιεστική σχέση πατέρα – κόρης, η υποκρισία της καλής κοινωνίας και βρώμικες προσωπικές ιστορίες που πρέπει να παραμείνουν κρυφές.

Κλειδί για τη λύση είναι ένα παλτό χωρίς κουμπί και μια νεκροφόρα με ρίγες που χρησιμοποιεί μια παρέα νεαρών σέρφερ.

Η νεκροφόρα των νεαρών περιγελά τον θάνατο. Σε αντίθεση με τον Άρτσερ που έχει δει και έχει ζήσει πολλά, ο θάνατος για τους σέρφερ είναι μακρινός και απρόσιτος. Για αυτό και διαπράτουν την ιεροσυλία της μετατροπής μιας νεκροφόρας σε παρδαλό όχημα όπου ζουν, περιδιαβαίνουν τις παραλίες και φυλάνε τις σανίδες τους. Κατά τα άλλα ούτε η νεκροφόρα, ούτε η παρέα των νεαρών παίζουν σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της υπόθεσης. Ο τίτλος του έργου είναι συμβολικός, πρόκληση στις θανατερές και μνημόσυνες καταστάσεις.

Το φινάλε είναι αντάξιο μιας εξαιρετικής αφήγησης που παραπέμπει στα κλασσικά σχήματα του αμερικανικού αστυνομικού μυθιστορήματος, κλείνοντας ταυτόχρονα το μάτι στην αρχαία ελληνική τραγωδία.

Η νεκροφόρα με τις ρίγες είναι από τα κορυφαία δείγματα της δουλειάς του Macdonald. Δεν είναι απλώς μια εξαιρετική αστυνομική ιστορία. Ξεδιπλώνει με αυτόνομο ύφος και ισχυρό χαρακτήρα ένα πλήθος προσωπικών ιστοριών της μεταπολεμικής Αμερικής με όλες τις συμβάσεις των κοινωνικών συνθηκών. Ανατέμνει δύσκολες και επίπονες οικογενειακές σχέσεις και συμπεριφορές. Ενώ ο Chandler περιστρέφεται γύρω από τον Μάρλοου αναλύοντάς τον μέχρις εσχάτων, ο Macdonald χρησιμοποιεί τον Άρτσερ σαν συνδετικό ιστό που του επιτρέπει να αναλύσει όλους τους άλλους, ευάριθμους πρωταγωνιστές ή δευτεραγωνιστές του.

Είναι η δέκατη στον αριθμό νουβέλα του Macdonald μα πρωταγωνιστή τον Λιού Άρτσερ, γραμμένη το 1962. Οι μνήμες του Πολέμου είναι ζωντανές, αλλά είμαστε στα πρόθυρα της μεγάλης νεανικής αμφισβήτησης, του κινήματος των χίπις. Είμαστε παράλληλα στην εποχή της εντατικής ανοικοδόμησης, των μεγάλων αυτοκινητόδρομων που σαρώνουν την Καλιφορνέζικη ενδοχώρα. Λίγο πριν εκτροχιαστούν πολιτικά και κοινωνικά τα πράγματα στην Αμερική της άγριας δεκαετίας του 60, ο Macdonald μας δίνει ένα τυπικό, αντιπροσωπευτικό, πανάξιο, καλιφορνέζικο hardboiled αφήγημα. Ψυχολογικές προεκτάσεις, αφηγηματική τεχνική, αριστοτεχνική πλοκή: ένα αστυνομικό μυθιστόρημα που αξίζει.

Login to post comments